Τα Χριστούγεννα της νοσταλγίας.


Θυμάμαι κάποια παλιά Χριστούγεννα. Βέροια, δεκαετία του ’60. Χιόνιζε από μέρες κι ήταν τα πάντα κάτασπρα -δέντρα, στέγες, δρόμοι. Τα κρύσταλλα κρέμονταν σαν λόγχες από την άκρη των κεραμιδιών κι έσταζαν σε χοντρές στάλες μ’ έναν ρυθμικό, μουσικό ήχο -πλοπ, πλοπ- ανοίγοντας τρύπες στο χιόνι που ήταν στρωμένο από κάτω. Τσουχτερό το κρύο κι οι καμινάδες της πόλης έστελναν στον παγωμένο αέρα τουλούπες καπνού από τα τζάκια και τις ξυλόσομπες που έκαιγαν μέρα νύχτα.


Αχάραγα ακόμη ξεκινήσαμε για την λειτουργία. Το καλντερίμι που πήγαινε από το σπίτι μου στην Κυριώτισσα, την εκκλησία της γειτονιάς μου, ήταν κατηφορικό και καλυμμένο με ένα λεπτό αλλά σκληρό στρώμα πάγου, σκέτο παγοδρόμιο. Κρατούσα σφιχτά το χέρι του πατέρα μου που περπατούσε προσεκτικά στην άκρη του δρόμου, εκεί που το χιόνι ήταν ακόμη κάπως μαλακό και γλιστρούσε λιγότερο, έχοντας στο πλευρό του την μάνα μου.

Ένα χλωμό φεγγάρι στα μισά του και τα φωτισμένα καφασωτά παράθυρα των σπιτιών έριχναν ένα αδύναμο φως, ίσα να βλέπουμε πού πατάμε. Κάθε τόσο άνοιγε μια πόρτα κι έβγαιναν οι γείτονες, οικογένειες ολόκληρες, κι ενώνονταν με τον κόσμο που κατηφόριζε για την εκκλησία τυλιγμένος σε παλτά και κασκόλ και ανταλλάσσοντας καλημέρες και ευχές για την μεγάλη γιορτή.


Η Κυριώτισσα, κατάφωτη από τα δεκάδες κεριά που έκαιγαν στα μανουάλια και τους πολυέλαιους, έπλεε σαν καράβι στη σκοτεινιά της νύχτας. Μπαίνοντας μας τύλιξε με τους ήχους από τις ψαλμωδίες και με μια γλυκιά ζεστασιά, σαν στοργική αγκαλιά. Η ατμόσφαιρα κατανυκτική, η λειτουργία των Χριστουγέννων ξεχωριστή, η προσμονή των ανθρώπων για τον ερχομό του Θείου Βρέφους και της ελπίδας στις ψυχές και στις ζωές τους μοναδική και γνήσια.

vaso story1.jpg

Όμορφες μέρες, αξέχαστες...


Καλά Χριστούγεννα!

Βασιλική Αποστολοπούλου