Μια ώρα μπροστά ή πίσω;


Μετά την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου οι τέσσερις χαμογελαστοί φίλοι θα έμεναν όλοι μαζί στο σπίτι της γιαγιάς της Κουτσομπόλας. Είχαν περάσει μια πολύ όμορφη μέρα. Ο καιρός δεν τους είχε χαλάσει το χατίρι κι είχε λιακάδα μέχρι που τελείωσε η παρέλαση. Ήταν συγκινημένα που πήραν μέρος στην εθνική εορτή. Το να πολεμάς για την ελευθερία της χώρας σου ένιωθαν ότι ήταν κάτι πολύ σημαντικό, παρόλο που ήταν ακόμα μικρά για να κατανοήσουν σε βάθος τη σημασία των γεγονότων.

Η γιαγιά της Κουτσομπόλας τους περίμενε με μεγάλη χαρά. Τους είχε ετοιμάσει να κοιμηθούν στο ίδιο δωμάτιο. Κλείνοντας το φως τους είπε «καληνύχτα, και μη βιαστείτε να ξυπνήσετε, αύριο αλλάζει η ώρα και θα κοιμηθείτε μια ώρα παραπάνω»

Τα παιδιά το είχαν ξεχάσει και ενθουσιάστηκαν με αυτή την προοπτική. Άρχισαν μες στα σκοτεινά τα ψου ψου ψου…

«Ωραία, θα έχω περισσότερη ώρα για διάβασμα» σκέφτηκε ο Ιστοριούλης, «ίσως καταφέρω να τελειώσω το βιβλίο μου, «Το καπλάνι της βιτρίνας»

«Τέλεια, θα έχω περισσότερη ώρα για βόλτες» είπε ψιθυριστά η κουτσομπόλα.

«Υπέροχα, θα μπορώ να προχωρήσω κι άλλο την κατασκευή μου» χαμογέλασε ο Σοφούλης.

«Και γιατί δεν κάνουμε κάτι όλοι μαζί» ρώτησε η Εξυπνούλα.

Πριν προλάβουν να απαντήσουν τους πήρε ο ύπνος, και καθένα τους εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε τι θα μπορούσε να κάνει εκείνη την έξτρα ώρα που τους χαριζόταν τον Οκτώβρη, δανεική ως τον Μάρτιο.

Αφού έφαγαν γρήγορα γρήγορα το πρωινό τους βγήκαν έξω στην αυλή. Είχε χαλάσει κάπως ο καιρός. Χτες το βράδυ είχε βρέξει. Ο ουρανός είχε ακόμα σύννεφα, αν κι ο ήλιος έκανε δειλά ξανά την εμφάνισή του.

«Λοιπόν, το μεσημέρι θα έρθουν να μας πάρουν οι γονείς μας, τι θέλετε να κάνουμε μέχρι εκείνη την ώρα;» ρώτησε ο Σοφούλης

«Και κυρίως πώς θέλετε να αξιοποιήσουμε την έξτρα ώρα» είπε χαμογελώντας η Εξυπνούλα.

Έπεσαν σε περισυλλογή, ήξεραν ότι αν επαναλάμβαναν τις χθεσινές τους επιθυμίες ίσως να μάλωναν καθώς ήταν εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους.

Τότε η Εξυπνούλα σαν να κατάλαβε την αιτία της σιωπής τους πρότεινε το εξής:

«Γιατί δεν κάνουμε κάτι όλοι μαζί;»

«Ναι ναι!» συμφώνησαν οι υπόλοιποι με μια φωνή.

«Αλλά σαν τι;» αναρωτήθηκαν κι οι τέσσερις αυτή τη φορά, με ένα στόμα…

Η Εξυπνούλα το σκέφτηκε λίγο κι απάντησε, θα ετοιμάσουμε μια κάρτα για τη γιαγιά της Κουτσομπόλας, που είναι πάντα τόσο καλή και μας φιλοξενεί τόσο ζεστά.

Τα παιδιά το βρήκαν εξαιρετική ιδέα.

«Λοιπόν, εσύ Κουτσομπόλα που σου αρέσουν οι βόλτες θα πας στους δίπλα κήπους και θα φέρεις λίγα λουλούδια να τα κολλήσουμε σαν πλαίσιο στην κάρτα. Εσύ Ιστοριούλη θα διαλέξεις ένα απόσπασμα από το «Καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη και θα το καθαρογράψεις στην κάρτα, θυμάμαι ότι στο είχε κάνει δώρο πέρσι στη γιορτή σου η κυρία Δήμητρα –η γιαγιά της κουτσομπόλας- και σου είχε πει ότι το αγαπούσε πολύ αυτό το βιβλίο. Κι εσύ Σοφούλη που είσαι καλός στις κατασκευές θα φτιάξεις την κάρτα. Κι εγώ θα κρατήσω την κυρία Δήμητρα απασχολημένη μέχρι να είναι όλα έτοιμα»

Τα παιδιά ένιωσαν μεγάλη χαρά με το σχέδιό τους κι έτρεξαν να κάνει το καθένα την αποστολή του. Μόλις η κυρία Δήμητρα πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει το φαγητό, μπήκαν κρυφά στην αποθήκη για να ετοιμάσουν την κάρτα. Η Εξυπνούλα είχε φέρει λουλούδια, ο Ιστοριούλης είχε διαλέξει το απόσπασμά του, ο Σοφούλης είχε ετοιμάσει τα υλικά και όλοι μαζί θα καθόντουσαν να τη φτιάξουν. Όταν άκουσαν να τα φωνάζει για να φάνε η κάρτα ήταν φτιαγμένη.

Εμφανίστηκαν μπροστά της με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά.

«Αυτό είναι για εσάς, με μια μικρή καθυστέρηση, για τη γιορτή σας. Με πολλή αγάπη από όλους μας» της είπαν όλα μαζί σας χορωδία!

Η γιαγιά δεν είχε τι να πει. Πήρε δειλά την κάρτα στα εύθραυστα χέρια της και την άνοιξε με προσοχή. Τα λουλούδια είχαν κολλήσει μοναδικά κι έμοιαζαν σαν ψεύτικα. Ενώ μέσα με καθαρά γράμματα είχαν γράψει:

«Λοιπόν, θα σας πω ένα μύθο, είπε ο παππούς κι άρχισε την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου.

Ο Ίκαρος, με τα φτερά που του έφτιαξε ο πατέρας του, ο Δαίδαλος, άρχισε να πετά σαν πουλί. Μα πέταξε πολύ ψηλά, σχεδόν κοντά στον ήλιο, κι έλιωσε το κερί που μ' αυτό ήταν κολλημένα τα φτερά του. Έτσι έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Γι' αυτό το πέλαγος, όπου έπεσε, λέγεται Ικάριον…

Μέσα στο Ικάριο πέλαγος είναι το νησί μας. Τί μικρό που φαίνεται πάνω στην υδρόγειο! Σα μια μικρή τελεία. Πέρα τ' άλλα νησιά, κι ύστερα ολόκληρη η Ελλάδα κι οι άλλες χώρες, απέραντες ... Τί όμορφα που θα ’ναι να πετάς! Να ’ναι, ας πούμε, μια βαρετή Κυριακή κι εσύ να λες: δε βάζω τα φτερά μου, να πεταχτώ, μια στιγμή, στην Ιαπωνία ή στην Κίνα ή στην Αφρική, να δω αν τα Γιαπωνεζάκια, τα Κινεζάκια και τα Αραπάκια περνούνε κι αυτά βαρετές Κυριακές; Αν παίζουν κι αυτά κουτσό, σκοινάκι, πεντόβολα;»


agg.jpg

Η κυρία Δήμητρα είχε συγκινηθεί, πήρε τα παιδιά στην αγκαλιά της και τα φίλησε ένα ένα. Όταν ήρθαν οι γονείς τους για να γυρίσουν σπίτι τους ούτε πού κατάλαβαν πώς πέρασε η ώρα…

«Τελικά όσες ώρες και να έχει η Κυριακή, πάντα θα περνάνε γρήγορα, όταν περνάς όμορφα»…